Τα ποιήματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε χριστουγεννιάτικες γιορτές, σε αφηγήσεις, σε αυτοσχέδια παραμύθια που θα διηγηθείτε στα παιδιά σας, να αποτελέσουν λόγια σε κάποιον ρόλο, να γίνουν ο,τιδήποτε στη δια-προσωπική μας σχέση με το παιδί.

Χριστούγεννα
(Κωστής Παλαμάς)
Τι φως και χρώμα κι εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι
οπού στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει!
Ποιός άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο!
Τ’ άλλα τ’ αστέρια θα ‘βλεπαν το φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλεια θα’ τρεμαν…Αστέρι σε ποια χώρα
του απέραντου ουρανού να λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη φθορά μην έσβησε το φως σου;
Ή μήπως είσαι αθάνατο και συ σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίν’ η λάμψη σου κι εδώ στα χώματά μας;
Για όλα τ’ άστρα, αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…
Και μόνον όταν τα λαμπρά Χριστούγεννα μας θα μπουν,
θαρρώ πως οι ακτίνες του μες την ψυχή μου λάμπουν.

Η γέννηση του Χριστού
(Ράινερ Μαρία Ρίλκε σε μετάφραση Άρη Δικταίου)
Aν την απλότητα δεν είχες, πως σ’εσένα
θα συνέβαινε ό,τι τώρα φωτίζει την νύχτα ;
Ο Θεός δες , που πάνω από νεφέλες οργιζόταν
μαλακώνει κι έρχεται , μέσα σου , στον κόσμο .
Τον φαντάστηκες τάχα πιο μεγάλον ;
Μέγεθος τί είναι; Δύναμη μέσα απ’ όλα τα μέτρα ,
που ξεπερνώντας τα ,την ίδια της ακολουθεί κλήρα .
Δρόμο παρόμοιο δεν έχει ουδέ κι αστέρι
Βλέπεις ; οι βασιλιάδες τούτοι είναι μεγάλοι
και σου φέρνουνε προς τα γόνατα σου
θησαυρούς που μεγίστους τους θεωρούσαν
κι εσύ εκπλήσσεσαι , ίσως μπρος σε σωρόν τέτοιον
μα μια ματιά , μες στου μανδύα σου τις πτυχώσεις
ρίξε όπου Εκείνος , τα ξεπέρασε όλα κιόλας
το κεχριμπάρι που μακριά το ταξιδεύουν
κάθε χρυσαφικό και κάθε μύρο
που φευγαλέα την αίσθησην υγραίνει
γρήγορη συντομία , τά’πλασεν όλα τούτα
και στο τέλος , κανείς το μετανοιώνει
Αλλά (θα δεις): Αυτός , νοιώθει ευφροσύνη .

Χριστούγεννα
(Λέων. Συμεωνίδης)
Το σήμαντρο της εκκλησιάς αχολογά με χάρη
καλώντας τους χριστιανούς για τον εσπερινό
και μια κοπέλα λιγερή με πρόσωπο φεγγάρι
σκουπίζ’ απ’ τα ματάκια της το δάκρυ το στερνό.
Παιδόπουλα με όργανα τις γειτονιές γυρίζουν

«Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη…»
χίλιες γλυκές ανάμνησες στη σκέψη φτερουγίζουν,
κι απ’ το ποτήρι της χαράς θε να μεθύσουν όλοι.

Κι η κόρη μπρος στην Παναγιά, παρακαλώντας λέει:
-Δέσποινα Συ, Καλή Κυρά, λυπήσου με, Παρθένα,
δως τη χαρά σε μια καρδιά που μέρα νύχτα κλαίει
και τον λεβέντη π’ αγαπώ, αχ φέρτονε σε μένα!

Η Οικουμένη προσκυνά, Χριστούλη μου, μ’ ελπίδα
την Φάτνη που γεννήθηκες, η φύση εορτάζει
οι ταπεινοί προσμένουνε μια σπλαχνική αχτίδα
και μόνο στην καρδούλα μου ριζώνει το μαράζι.

Κι ενώ σωριάζεται στη γη η κόρη πικραμένη
τα δάκρυα ποτίζουνε τα ροδομάγουλά της.
Μα, να! Η πόρτα διάπλατη, χωρίς να το προσμένει
και σε λιγάκι βρίσκεται ο νιος στην αγκαλιά της.

Δέντρο χριστουγεννιάτικο
(Χάρης Σακελλαρίου)
Δέντρο χριστουγεννιάτικο και ποιος θα σε στολίσει,
ποιος με παιχνίδια ολόμορφα θα ‘ρθει να σε γεμίσει;

Στα φύλλα και στα κλώνια σου θα ‘χεις σωρούς τα χιόνια
κι όλόγυρά θα κρέμονται κουκλίτσες και μπαλόνια.

Και στην ψηλή σου την κορφή χρυσό θα λάμπει αστέρι
αυτό που στη φτωχή σπηλιά τους Μάγους είχε φέρει.

Γύρω σου θα στηθεί χορός, τραγούδια θ’ αντηχήσουν
κι από χαρά κι ουράνιο φως όλα θα πλημμυρίσουν.

Δέντρο χριστουγεννιάτικο, χάρισε και σε μένα
κάτι από τα δωράκι σου τα χιλιοπλουμισμένα…

Χριστουγεννιάτικο δέντρο
(Ρένα Καρθαίου)
Καμπανούλες, καμπανούλες
κρεμαστές μικρές χαρούλες,
και μπαμπάκι αντί για χιόνια
στα μικρά του δέντρου κλώνια.

Μπάλες μπάλες και κεράκια
κι αναμμένα φαναράκια
και παιχνίδια κι αγγελούδια
κι άλλα χίλια δυο καλούδια.

Κάτω χαμηλά στη βάση
μάγοι και βοσκοί έχουν φτάσει,
και προς της κορφής τα μέρη
φέγγει λαμπερό ένα αστέρι.

Ο πλανήτης των Χριστουγέννων
(Τζιάνι Ροντάρι)
Πάμε παιδιά σ’ έναν πλανήτη,
που ‘χει δεντράκια τόσα πολλά,
άλλα μικρούτσικα, άλλα μεγάλα
και σ’ όλα κρέμονται δώρα, γλυκά.

Κουκλίτσες, μπάλες, αεροπλάνα,
λαμπίτσες κόκκινες, ζαχαρωτά,
σοκολατένιοι νάνοι, μπαλόνια,
χρυσά κουτάκια με παγωτά!

Χριστούγεννα
(Τέλλος Άγρας)
Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,
κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά.
Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,
μες το τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά.
Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά.
Να η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι
και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!
Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά
Το μικρό το εικόνισμα όλ’ αυτά τα φτάνει,
μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά.
Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά
στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά.

Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου
(Τέλλος ‘Αγρας)
Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου,
το γεννημένο μας Χριστό,
τα βόδια επάνω του εφυσούσαν,
όλο το χνώτο τους ζεστό.
Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,
και μέσα η φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.
Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,
κι’ έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,
πως θα καθίσει σαν κορώνα,
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.
Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,
τον προσκυνούσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,
κι’ έψελναν γύρω του «ωσαννά».
Μα κι’ από αγγέλους κι’ από μάγους
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα,
και το ζεστό – ζεστό φιλί.

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο
(Κωστής Παλαμάς)
Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Χριστούγεννα
(Α. Κυριαζής)
Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γεννιέται
κι οπόχει μάνα κίνησε
κι όλον τον κόσμο αρνιέται.
Στο παραγώνι του τζακιού
μια θέση που ήταν άδεια,
ευκές και γέλια γιόμισε
και στρώθηκε με χάδια.
Κ’ η Παναγιά απ’ το κόνισμα
σα σπιτικιά χαιρόταν
σα μάνα καλωσόριζε
σαν στον καιρό της, όταν…

Πρωτοχρονιάτικο
(Δημήτρης Μανθόπουλος)
Βράδυ της Πρωτοχρονιάς,
έξω κρύο και χιονιάς
και βοριάς σφυρίζει.
Στο τραπέζι το στρωτό,
τ’ αναμμένο θυμιατό
ευωδιές σκορπίζει.

Μ’ αγωνία τα παιδιά
κι ανυπόμονη καρδιά,
κάποιον καρτερούμε:
Ασπρομάλλη, γελαστό,
μ’ ένα σάκο γεμιστό,
που θα μοιραστούμε.

Το ρολόι μας γυρνά
κι ο βοριάς λυσσομανά.
Τι κακοκαιρία!
Θε μου, κάνε να βιαστεί
μην τυχόν κι αποκλειστεί
μες την Καισαρεία.

Χριστούγεννα
(Κατίνα Παϊζη)
Χριστουγεννιάτικες καμπάνες θ’ αντηχήσουν
απόψε τα μεσάνυχτα, και τ’ άστρα
στο λίκνο του Χριστού θα γονατίσουν.
Κι οι ταπεινοί ποιμένες χιονισμένοι
τα δώρα τους στα πόδια Του θ’ αφήσουν.

Χριστουγεννιάτικες καμπάνες, στη γαλήνη
της νύχτας η γλυκόλαλη φωνή σας,
σάλπισμα πανανθρώπινο να γίνει,
χαρούμενα κάθε καρδιά να ψάλει
με τους αγγέλους: «Και επί γης ειρήνη».

Ο λιχούδης της Πρωτοχρονιάς
(Ε. Νέγρη)
Πάνω στο έλκηθρο κυλώ,
κι είμαι και λίγο στρουμπουλό.
Θα ‘θελα να ‘ταν παγωτό,
ολόκληρο το χιόνι!

Βλέπω τα δέντρα τα ψηλά,
σαν γλυφιτζούρια είν’ κι αυτά.
Θα ‘θελα να ‘ταν ζάχαρη,
και τα βουνά ακόμη!

Μέσα στο σπίτι σαν θα μπω,
δίπλα στο δέντρο το ψηλό,
τραπέζι είναι στρωμένο!
Το βράδυ πως προσμένω!

Θ’ ανοίξουμε δώρα ένα σωρό,
φαΐ θα φάμε και γλυκό,
κι από την πίτα, να το!
Φλουρί κωσταντινάτο!

Χριστούγεννα του χωριού
(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος)
Μες την αχνόφεγγη βραδιά
πέφτει ψιλό-ψιλό το χιόνι,
γύρω στην έρμη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.
Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά,
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου,
λες κι απλωμένη σιγαλιά
είναι κει ολόγυρα θανάτου.
Μα ξάφνου πέρα απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου ήχος γροικιέται,
ωσάν βαθιά απ’ τον ουρανό
μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.
Κι αντιλαλεί τερπνά-τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση,
και το χωριό γλυκοξυπνά
την Άγια μέρα να γιορτάσει.

Νύχτα Γεννήσεως
(Γ. Δροσίνης)
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους
τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τ’ απόβαθα
Χριστός γεννιέται!

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες

Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ’ αγγέλων στόματα
στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
ποιος δεν το ξέρει
των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει το αστέρι.

Κι όποιος το βρει μες στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φτάσει.

Πρωτοχρονιά
(Κ. Καλλοναίου)
-Αρχιμηνιά! Καλή χρονιά! Καλώς τον άρχοντά μας,
πόχει την τύχην αδερφή και την καρδιά του πλούτος!
-Βάνω το πόδι το δεξί κι όλα δεξά να πάνε!
-Σπάσε το ρόδι τ’ άλικο στη μαλλιαρή την πέτρα,
πιες απ’ τ’ αμίλητο νερό της κρυσταλλένιας βρύσης,
σκόρπα τα φύλλα της ελιάς, πες της καρδιάς τραγούδια!
-Ωσάν την πέτρα με ριζά η αγάπη να ριζώσει,
ξόρκι τ’ αμίλητο νερό ναν’ στο κακό το μάτι,
και σαν το ρόδι μ’ αγαθά το σπίτι να γιομίσει!

Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς
(Ε. Νέγρη)
Το χιόνι πέφτει από ψηλά,
ξημέρωσε Πρωτοχρονιά,
και γέμισαν οι κλώνοι.

Ο Αι Βασίλης τη νυχτιά,
φέρνει τα δώρα στα παιδιά,
που τραγουδούν ακόμη.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
σε κάθε σπίτι και γωνιά,
για να χαρούνε όλοι.
Και με τη νέα τη χρονιά,
υγεία, αγάπη και χαρά,
να ‘ρθει στη χώρα όλη.

Δεύτε Ίδωμεν Πιστοί
(Γ. Βερίτης)
Ω, συ μεγάλε Αναμενόμενε
του δύστυχου πεσμένου ανθρώπου!
Για Σε ψαλμοί κι ωδές και σίβυλλες,
για σένα οι θρύλοι κάθε τόπου.

Για Σε ο Δαβίδ τη λύρα ανάκρουσε,
κι ο μεγαλόπνοος Ησαΐας,
που διασκελίζοντας τα σύνορα
της Ιουδαίας και της Ασίας,

στης γης τα πέρατα το κήρυξε,
πως θειο Παιδί για μας εδόθη,
π’ όλοι θα βρουν σ’ Αυτό την πλήρωση
οι πανανθρώπινοι μας πόθοι.

Τον ερχομό Σου, ώ! πώς τον πρόσμενε
του βράχου ο τραγικός Δεσμώτης,
όσο τα σπλάγχνα τ’ όρνιο εσπάραζε
της αδαπάνητης του νιότης!

Κι ήρθες! Δεν ήρθες μ’ αστροπέλεκα
και με βροντές και καταιγίδα.
Ήρθες σαν αύρα, σαν πνοή, σαν φως,
σαν ορθρινή δροσοσταλίδα.

Ήρθες! Μπροστά σου γονατίζουμε
-Μάγοι φτασμένοι από τα ξένα,
και ταπεινά σε χαιρετίζουμε
τον λατρευτό μας και τον Ένα.

Χριστούγεννα
(Στέλιος Σπεράντσας)
Στη γωνιά μας κόκκινο
τ’ αναμμένο τζάκι.
Τούφες χιόνια πέφτουνε
στο παραθυράκι.

Όλο απόψε ξάγρυπνο
μένει το χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα
το καμπαναριό.

Έλα, Εσύ, π’ Αρχάγγελοι
σ’ ανυμνούν απόψε,
πάρε από την πίτα μας
που ευωδιά και κόψε.

Έλα κι γωνίτσα μας
καρτερεί να ‘ρθεις.
Σου ‘στρωσα Χριστούλη μου
για να ζεσταθείς.

Πρωτοχρονιά
(Αθανάσιος Κόκκινος)
Ο Αι Βασίλης έρχεται
με γέλια και με δώρα.
Καινούριος χρόνος έφτασε
μ’ ελπίδες και χαρά.

Ο άλλος χρόνος γέρασε
και φεύγει μακριά μας.
Σαν όνειρο επέρασε
με την Πρωτοχρονιά.

Ο Άι Βασίλης έρχεται
καινούριος χρόνος έφτασε.
Ο άλλος χρόνος γέρασε
σαν όνειρο επέρασε.

Όλοι μαζί πάλι, παιδιά
Ήλθ’ η χρυσή, καλή χρονιά.
Γιορτάστε την Πρωτοχρονιά
με μια καρδιά και με χαρά.

Καινούργιος χρόνος
(Γ. Βερίτης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Γκιάλα)
Καινούριος χρόνος πάλι ξημερώνει
και σβήνεται και χάνεται ο παλιός
μαζί του να σβηστούνε όλοι οι πόνοι
το δάκρυ μας, η λύπη, ο στεναγμός.

Καινούργιος χρόνος πάλι ξημερώνει
και λάμπει ο σκοτισμένος ουρανός
μ’ ελπίδες ο Θεός να τον χρυσώνει
και να ‘ν ευτυχισμένος και καλός.

Ελάτε να γυρίσουμε και πάλι
στην πίστη του Χριστού σαν αδελφοί
και ο χρόνος ο καινούργιος θα μας βγάλει
στης δόξας την ολόφωτη κορυφή.

Χριστέ μεγαλοδύναμε Θεέ μας
Χριστέ γεμάτε αγάπη και στοργή
χαρούμενο το χρόνο χάρισέ μας
και δώσε την ειρήνη σου στη γη.

Ποιήματα λαϊκής παράδοσης ή αγνώστου πατρός από τη προσωπική μας πείρα ή ιστολόγια του διαδικτύου που δεν αναφέρουν το συγγραφέα τους.

Άγιος Βασίλης
Καλώς όρισες ξανά Άγιε μας Βασίλη
με τα δώρα τα πολλά τα παιχνίδια τα καλά
που η μεγάλη σου καρδιά σ’ όλους μας θα στείλει.

Μας χαρίζεις διαλεχτά πάντα παιχνιδάκια
τόπια κούκλες σε κουτιά καραβάκια με πανιά
σ’ αγαπούμ’ από καρδιά όλα τα παιδάκια.

Φτάνεις πάντα γελαστός διώχνεις κάθε πόνο
και με την Πρωτοχρονιά με τα δώρα τα πολλά
και με όμορφες ευχές για το νέο Χρόνο.

Άγιος Βασίλης
Καλώς μας ήρθες τέτοια ώρα
πως σε προσμένουν τα παιδιά
μες στο σακί να φέρεις δώρα
αυτή την όμορφη βραδιά.

Η κάθε ελπίδα μας ν’ ανθίσει
με την καινούργια την αυγή
καν’ την αγάπη να καρπίσει
Άγιε Βασίλη μας στη γη.

Το άστρο
Όμορφο αστεράκι,
να μπορούσα να σε φτάσω
στο μικρό μου το χεράκι
δυνατά να σε χουφτιάσω!
Κι έπειτα να σε κρεμάσω
στο σαλόνι ή στη βεράντα
κι όταν κόβεται το ρεύμα
άστρο εσύ θα φέγγεις πάντα!

Η καμπάνα του χωριού
Χτύπα καμπάνα του χωριού μας
χτύπα καμπάνα μου χρυσή,
Χριστούγεννα γιορτάζει ο κόσμος όλος,
σήμαινε σήμερα και συ.

Χτύπα καμπάνα να σ’ ακούσουν,
και κάθε Χριστιανός να ‘ρθει,
ένα κεράκι για ν’ ανάψει,
εις του Χριστού μας τη γιορτή.

Οι Μάγοι
Μια νύχτα κρύα σκοτεινή
γεμάτη από μυστήρια,
φθάσαν’ οι μάγοι στη σπηλιά
με κόπους και μαρτύρια.
Πλούσια δώρα στο Χριστό
γονατιστοί προσφέρουν,
και τη χαρά τους δεν μπορούν
να δείξουν όσο θέλουν.

Οι τρεις Μάγοι
Είμαστε οι τρεις Μάγοι εμείς
της βαθιάς ανατολής.
Το Χριστό ζητούμε τώρα
γέροι βασιλιάδες τρεις.

Χρυσό αστέρι λαμπερό
άστρο θείο μαγικό.
Δείξε μας γοργά το δρόμο
’σένα έχουμε οδηγό.

Άστρο οδήγα μας εκεί
που το βρέφος κατοικεί.
Με χρυσό για να το στέψω
τι τιμή βασιλική.

Η γιορτή μου
Ήρθαν τα Χριστούγεννα ξανά
με τα δέντρα και τα δώρα τα πολλά,
ψάλλουν όλα τ’ αγγελούδια
όμορφα γλυκά τραγούδια.
Χαίρομαι διπλά κι εγώ
γελαστά χοροπηδώ.
Σήμερα γιορτάζω
και τα γιορτινά μου βάζω.
Με λαχτάρα περιμένω
καθαρό και στολισμένο
χίλια δώρα στη γιορτή μου
και ευχές για προκοπή μου.

Τα χέρια σας δώστε
Τα χέρια σας δώστε αδέρφια ξανά
γεννιέται ο Χριστούλης σε στάβλου γωνιά.
Μαζί μονιασμένοι και με μια καρδιά
στον κόσμο να φέρουμε πάλι χαρά.
Τα χέρια σας δώστε αδέλφια ξανά
να δούμε τον ήλιο να χαμογελά.
την θλίψη να διώξουμε από την ψυχή
κι αγάπη να φέρουμε σ’ όλη τη γη.

Η γέννηση του Χριστού
Ήταν μια νύχτα φωτισμένη
μια αστροφεγγιά, μια ξαστεριά
κι ήταν θαρρείς αδελφωμένα
άνθρωποι, δέντρα και θεριά.

Είχε κινήσει κι ένα αστέρι
από τη βαθιά ανατολή
και ουρανοδρόμιζε να φέρει
στη γης το φέγγος το πολύ.

Ένα γαλήνιο καραβάνι
τρεις μάγοι πάνε βιαστικά
σμύρνα χρυσάφι και λιβάνι
κρατούσανε ευλαβικά.

Στη Βηθλεέμ έχουνε φθάσει
από πορεία μακρινή
βρίσκουν αλλιώτικη την πλάση,
είχαν ανοίξει οι ουρανοί.

Ο Χριστός γεννήθηκε
Του βοριά το φύσημα
κόπηκε στη μέση
κι έλιωσαν τα κρύσταλλα
πάνω στα νερά.
Τα πουλιά ζεστάθηκαν
μέσα στη φωλιά τους
και τα ουράνια σκίρτησαν
από τη χαρά.
Ο Χριστός γεννήθηκε
Θεία καλοσύνη
θ’ απλωθεί σ’ ολόκληρη
την καημένη γη.
Ο Χριστός γεννήθηκε
επί γης ειρήνη
σωτηρίας μυστική
γλυκιά φέγγει αυγή.

Χριστούγεννα
Χριστούγεννα σιμώνουν
μεγάλη εορτή
χαρά σ’ όλο τον κόσμο
χαρά σ’ όλη τη γη.

Στο δέντρο του Χριστού μας
ολόχαρα παιδιά
εμπρός ας τραγουδούμε
μ’ αγάπη στην καρδιά.

Χριστούγεννα
Χριστούγεννα σημαίνουν
μεγάλη εορτή
χαρά σ’ όλο τον κόσμο
χαρά σ’ όλη τη γη.

Απόψε Χριστούλη
στη φάτνη μπροστά
εγώ το μικρούλι
σου ψάλλω γλυκά.

Χριστούγεννα
Μαύρος ο ουρανός, κάτασπρη η γη,
χαρούμενα η καμπάνα που χτυπά:
Γεννήθηκε ο Χριστός! Η Παναγία
γερμένη πάνωθέ του τον κοιτά.

Να το φυλάξουν απ’ την παγωνιά
σκεπάσματα δεν έχει το μωρό
και μόνο απ’ τα δοκάρια της σκεπής
κρέμοντ’ αράχνες γύρω του σωρό.

Το χιόνι την καλύβα τριγυρνά
μα στη σκεπή ανοίγει ο ουρανός
και κάτασπρα αγγελούδια τραγουδούν:
Γεννήθηκε ο Χριστός μας! Ο Χριστός!

Χριστούγεννα
Βοριάς βογγάει στο σκοτεινό
του Δεκεμβρίου βράδυ
κι ένα ψυχρό χιονόνερο
φέρνει το αγιοκέρι.

Τι κι αν στο μαύρο ουρανό
απλώνεται σκοτάδι
πάνω απ’ τη φάτνη ασύγκριτο
φεγγοβολά ένα αστέρι.

Χριστούγεννα του ορφανού
Ένα κορίτσι ορφανό
δίχως μάνα και πατέρα
τριγυρίζει το φτωχό
στους δρόμους νύχτα – μέρα
τρέμει, τουρτουρίζει
και όλο μουρμουρίζει:
«Μανούλα μου γλυκιά,
όλοι με περιφρονούνε,
με κλωτσούν, με αδικούνε!
που’ ναι τα δικά σου τα φιλιά;
Δες, μανούλα, τι παιχνίδια!
Τι πανέμορφα στολίδια!
Ποιος εμένα θα μου πάρει
μια μικρή – μικρή κουκλίτσα
να την έχω συντροφιά
μες στην έρημη μοναξιά;»

Χριστούγεννα του χωριού
Μες στην αστρόφεγγη βραδιά
πέφτει ψιλό – ψιλό το χιόνι
γύρω στην έρμη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου
λες και απλωμένη σιγαλιά
είναι κει ολόγυρα θανάτου.

Μα ξάφνου πέρα απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου ήχος γροικιέται,
ωσάν βαθιά απ’ τον ουρανό,
μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.

Κι αντιλαλεί τερπνά – τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση,
και το χωριό γλυκοξυπνά
την Άγια μέρα να γιορτάσει.

Χριστούγεννα μας ήρθανε
Χριστούγεννα μας ήρθανε
η φύση όλη χαίρεται.
Χριστούγεννα μας ήρθανε
τα σήμαντρα χτυπούν.

Χριστούλη μου στη φάτνη σου
μπροστά σου γονατίζουμε.
Χριστούλη μου χαιρόμαστε
για ‘σένανε κι εμείς.

Ήρθαν τα Χριστούγεννα
Ήρθαν τα Χριστούγεννα
εορτή μεγάλη
και το δέντρο του Χριστού
άνθισε και πάλι.

Δέντρο μ’ άσπρα τα κλαδιά
με χρυσά στολίδια
ελάτε πάρετε παιδιά
γιορτινά παιχνίδια.

Ο Χριστός μας πάντοτε
τα καλά μας φέρνει
με αγάπη σήμερα
όλα αυτά μας στέλνει.

Χριστουγεννιάτικο δεντράκι
Χριστουγεννιάτικο εσύ δεντράκι
με τα κεράκια τα πολλά
τι θα μου φέρεις για παιχνιδάκι
απ’ τα πολλά σου τα καλά;

Παιδιά κοιτούν τα χρυσά σου κάλλη
καθένα τόσο λαχταρά
για να μοιράσεις τα δώρα πάλι
να τους χαρίσεις τη χαρά.

Μικρό δεντράκι αγαπημένο
τέτοια ομορφιά έχει κανείς;
Με τι λαχτάρα περιμένω
κάθε χρονιά για να φανείς!

Η πλάση ασπροντυμένη
Η πλάση ασπροντυμένη
γιορτάζει χαρωπά
και μήνυμα μας στέλνει
«Γεννήθηκε ο Χριστός».

Ποιμένες κι αγγελούδια
στη γη στον ουρανό
μηνάνε με τραγούδια
«Γεννήθηκε ο Χριστός».

Με εύθυμη καρδιά
τραγούδι χαρωπό
ας ψάλουμε κι εμείς
για το μικρό Χριστό.

Πως μας περιμένει!
Μες στην παγωμένη
τη φτωχή σπηλιά,
για όλους έχει ανοίξει
μια θερμή αγκαλιά.

Πάμε αγαπημένοι
πάμε αδελφωμένοι,
πόσο θα χαρεί,
φιλιωμένους όλους
μπρος του να μας δει!

Το λαμπρό αστέρι
Ένα αστέρι λαμπερό
απόψε θα φωτίσει
και φως σ’ όλη τη γη
άφθονο θα σκορπίσει.
Θα συνοδεύει το Χριστό
στης Βηθλεέμ τα μέρη
και εις την ανθρωπότητα
ειρήνη πια θα φέρει.

Η νύχτα των Χριστουγέννων
Νύχτωσε κι απλώθηκε, μαύρο το σκοτάδι
η ζωή, βουβάθηκε, δεν ακούς λαλιά
τα νερά παγώσανε, στάθηκε το χιόνι
τα πουλάκια τρέμουνε μέσα στη φωλιά.

Ξάφνου στα μεσούρανα έλαμψε εν’ αστέρι
γελαστό και πρόσχαρο σαν αυγερινός
οι βοσκοί ξαφνιάστηκαν, τα κλαδιά λυγίζουν
κι άνοιξε ολόλαμπρος, πάλι ο ουρανός.

Το δέντρο στολισμένο
Το δέντρο στολισμένο,
καμαρώνει φουντωμένο,
και τριγύρω τα παιδιά,
τραγουδάνε με χαρά.

Τα φωτάκια του φωτίζουν,
καμπανούλες το στολίζουν,
φάτνη, άστρα και παιχνίδια,
και χρωματιστά στολίδια.

Οι καμπάνες των Χριστουγέννων
Χαρούμενα οι καμπάνες
απόψε θα χτυπήσουν
τη γέννησή σου σ’ όλους
Χριστέ, θα διαλαλήσουν.

Στις εκκλησιές θα πάνε
παιδιά, νέοι και γέροι
κι από ψηλά θα φέγγει
το μαγικό τα’ αστέρι.

Γονατιστοί στη φάτνη
όλοι θα προσκυνήσουν
και στο Χριστό για δώρο
αγάπη θα χαρίσουν.

Πρωτοχρονιά
Απόψε αυτή η νύχτα
αργεί να ξημερώσει
απόψε αυτή η νύχτα
δε λέει να τελειώσει.
Βάλτε τα παπούτσια σας
στην πόρτα του σπιτιού
ν’ αφήσει ο Αϊ Βασίλης
τα δώρα του κουτιού.

Αι Βασίλης έρχεται
Έρχεται με δώρα φορτωμένος
κούκλες, δένδρα χιονισμένα
και τρέχει ολούθε ευτυχισμένος
με τα κάτασπρά του γένια.
Και λέει με χαρά,
σ’ όλα τα καλά παιδιά
«Δώστε – δώστε παιχνιδάκια
σ’ όλα τα φτωχά παιδάκια».
Όποιος γύρω του σκορπά
χαρά, γέλιο, ηρεμία
μέσα του, θε να σκιρτά
η χαρά, η ευτυχία.

Μη ξεχάσεις
Ο Άη Βασίλης στο μυαλό μου
μέρες τώρα έχει θρονιάσει,
σαν τι δώρα θα μου φέρει;
Φέτος, λες να με ξεχάσει;

Α! πα! πα! Δεν το πιστεύω,
μα τον έχω τόση έγνοια,
τον καλό τον Άη Βασίλη,
με τα άσπρα του τα γένια.

Θα μου φέρει τάχα τότε,
καραμούζα, φασουλή;
Φτάνει μόνο μην ξεχάσει
και τ’ αντικρινό παιδί.

Που δεν έχει ούτ’ ένα τόπι,
και το συμπονάω τόσο…
Άη Βασίλη, αν το ξεχάσεις
το δικό μου θα του δώσω.

Ο καινούργιος χρόνος
Έφθασε ο καινούργιος χρόνος
φέρνει όνειρα κι ελπίδες
και στα στήθη μας ανάβει
πόθους, όνειρα κι ελπίδες.

Έφθασε ο καινούργιος χρόνος
φέρνει ως δώρο την ειρήνη
την αγάπη των ανθρώπων
της ψυχής τους τη γαλήνη.

Έφθασε ο καινούργιος χρόνος
θα μας γιάνει κάθε πόνο
θα μας διώξει κάθε θλίψη
και θα αφήσει ένα μόνο.

Την υγεία κι ευτυχία
που χαρμόσυνα αντηχούνε
και μεσ’ τις καρδιές μας πόθους
πάντα δίνουν και σκορπούνε.

Ο καινούργιος χρόνος
Έλα από τα ξένα
κι από τα μακρινά,
φέρε ονειρεμένα
δώρα στα παιδιά.

Τον παλιό το χρόνο
διώξε κι έλα εσύ,
μη μας έλθεις μόνο
με κλειστή ψυχή.

Τι χαρά που φέρνει
φέγγει ο ουρανός,
λάμπει νέο αστέρι
με καινούργιο φως!