Θούριος

(Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής)

 

{απόσπασμα}

Ως πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά,
Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλαίς να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Nα φεύγωμ’ απ’ τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.

Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι’ όλους τους συγγενείς.
Καλλιώ ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ’ ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι αν σταθής,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.

Δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σοι πη,
Kι’ αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι’ ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδής.

Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι’ Aγάδες, με άδικον σπαθί.
Kι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά ‘φορμή.

Ελάτε μ’ έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Oι νόμοι νάν’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.
Γιατί κ’ η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Nα ζούμε σα θηρία, είν’ πλιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,
Aς πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

………………………………….

Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια,
T’ άρματα και να βγούμεν, απ’ την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
Kαι Χριστιανούς, και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.

Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός,
Kαι στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
O Kόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή,
Kι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.

 *

Εμπρός!
(Κωστής Παλαμάς)

Εμπρός! Ολόρθοι, ατρόμαχτοι.
Μαυρίλα. Αστροπελέκι.
Μα το σπαθί γοργάστραψε,
και νά! η βροντή τουφέκι!

Στον Πίντο απ’ τον Ταΰγετο,
και στα Μπαλκάνια, ως πέρα,
μια η φλόγα, μια η φοβέρα,
κι ένας ο νους. Εμπρός!

Εμπρός, αδέρφια, ατράνταχτοι!
Κι αν πέφτει αστροπελέκι,
να! το σπαθί γοργάστραψε,
βρόντησε το τουφέκι.

Κρήτη, ο Μωριάς, η Ρούμελη,
εμπρός! η Ελλάδα λάμπει,
αχολογάν οι κάμποι,
καίνε οι καρδιές. Εμπρός!

Από το Αναγνωστικό της Γ’ τάξης του Δημοτικού, ΟΕΣΒ, 1955
(Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων)

*

Εις την Ελλάδα
(Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν)

Εμπρός, Ελλάς επαναστάτισσα, στάσου όρθια
κράτα με τα γερά τα όπλα την δύναμιν σου.
Δεν εγέρθηκε ένας Όλυμπος του κάκου
η Πίνδος σου και οι Θερμοπύλες, η τιμή σου.

Επετάχθηκε από των σπλάχνων σου τα βάθη
η ελευθερία σου δυνατή, φωτός πυρήνας
κι απ’ του Θησέως και του Περικλή τους τάφους
και τα πάντα νέα ιερά των Αθηνών.

Θραύσε τώρα, γη θεών και ηρώων
της σκλαβιάς τες αλυσίδες, την μαύρην μοίρα
με τες γλυκόηχες ωδές από του Τυρταίου
και από του Ρήγα και του Βύρωνος την λύρα. 

*

Η δόξα στο Μισολόγγι
(Κωστής Παλαμάς)

Γη μοιρόγραφτη, πάνε εκατό χρόνια.
Πώς τη δαρμένη κράτησε Ελλάδα,
στο λυγισμένο το κορμί σου απάνου.
Γη στοιχειωμένη, {…}

Ψάλε πάλι: «Καημένο Μισολόγγι,
δαρμός, καλημός και μπορλόι σε λένε.
Πως κλαίτε, μάνες για παιδιά, για μάνες,
παιδιά πως κλαίτε!

-Δεν κλαίμε εμείς το σκοτωμό,
εμείς κλαίμε
το σκλαβωμό. Α! το βράδυ του Λαζάρου…
Πατρίδα ποιος θ’ δράξει απ’ τα νύχια
κι εσέ του Χάρου; {…}

Ανοίχτε κι οι εκλησιές, δακρύστε, εικόνες,
κατάσταυρα όλες μας χτυπάν οι μπόρες…
Του κόσμου τ΄ αποπαίδια εμείς; Περνάνε
κι οι μέρες κι οι ώρες…


Μα δεν περνάμ’ εμείς γυρτοί ραγιάδες!
Εμπρός! Ορθοί! Με το σπαθί στο χέρι!
Μπροστά οι νέοι, κατάματα οι γυναίκες,
ελάτε οι γέροι,
κι οι λαβωμένοι κι οι άρρωστοι κι όσοι ήρωες
και ζωή και τάφο γη δε θέλετ’ άλλη,
το δαυλί σας αγιάζει του Δεσπότη
και του Καψάλη» {…}

*

 

Παπαφλέσσας
(Νίκος Μαραγκός)

Φλογάτη η σκέψη μου γυρνάει σε σένα
πολέμαρχε, πανάξιε ρασσοφόρε,
κι απ’ τη λεβέντισσα γενιά του Εικοσιένα,
πελώριε γυπαητέ, τροπαιοφόρε.

Σαν του βοριά την άγρια ανεμοζάλη
πρόλαβες με την πύρινη ρομφαία
να κρούσεις του τυράννου το κεφάλι
θανατερής οργής, βροντή μοιραία.

Κι όταν η Αραπιά μπήκε στη χώρα,
ν’ απλώσει τη φωτιά πέρα ως πέρα,
σίφουνας ξεσηκώθηκες και μπόρα

κι έπεσες με τα στήθια στο Μανιάκι,
κρατώντας την ατίμητη παντιέρα,
που δόξασαν Κανάρηδες και Διάκοι.

*

Το Ελληνόπουλο
(Βίκτωρ Ουγκώ σε μετάφραση Κωστή Παλαμά)

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ’όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.
Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μες την αφάνταστη φθορά.

-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;
Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια, που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πηλαλάει, δε σώνει
μες απ’ τον ίσκιο του να βγει;
Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τ’ αγαθά
τούτα; Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω, να! 

*

Επέσανε τα Γιάννενα
(Αριστοτέλη Βαλαωρίτη)

Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μην το χάσει.

Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι,
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλη-πασάς, ακόμη δε νυστάζει,

κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και το ΄βαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα κάτασπρά του γένια,

που σέρνονται στου λιονταριού τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο , το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα ναν΄ το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο. 

1821

Η Νίκη
(Κωστής Παλαμάς)
Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,

το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί.

Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο κι ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη τη παντοτινή,
την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.

*

Ο Φακής
(Βασίλης Ρώτας)

Εμπρός, ένα δυο, προσοχή!
Εμένα με λένε Φακή.
Κορμί κορδωμένο,
μουστάκι στριμμένο,

γαλόνια χρυσά και σπαθί.
Χαιρέτα-με γη και ουρανέ,
τα μάτια σας όλοι σε με!
Σε κάθε μου βήμα μου κάνουν το σχήμα
κι εγώ δε λυγίζω ποτέ!

Η σάλπιγγα τα-ρα τα-τα.
σπαθί και ντουφέκι χτυπά,
μπαμ μπουμ το κανόνι,
μπουμ μπαμ το τρομπόνι.

Ποιός βγαίνει σε μένα μπροστά;
Γυρεύω παντού τον εχτρό.
Κι ας ειν’ αντρειωμένοι σωρό,
γιγάντοι και δράκοι,
θεριά με φαρμάκι,
καπνός μόλις πρόλαβα εγώ.

Μονάχα ξαφνιάζομαι-ωχού!
τρομάζω απ’ τους ίσκιους-χουχού!
Ένα φύσημα αγέρα,
κι ας είναι και ημέρα,
μου παίρνει κι αντρεία και νου.

*

Μακρυγιάννης (απόσπασμα)
(Άγγελος Σικελιανός)

Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε
απ’ τις σκόνες σκεπασμένο,
το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
κι είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,
κι οι δυο πλευρές του λάμψαν,
γυμνές,
σαν να ‘βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από το ακόνι,
και πως βωδούσαν, απ’ τη μια μεριά πλυμένες
με το αίμα των οχτρώνε,
κι απ’ την άλλη
σάμπως να θέρισαν αυτήν την ίδιαν ώρα
μοσκιές και βιόλα απ’ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!
Κι απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ’ τη μια,
τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά
και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».
Κι απ’ τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη:
«Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και τον θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου
και δε με πήρε,
που για τούτο,
το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω».
Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε απ’ το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε απάνω της βαγγέλια. 

*

25 Μάρτη 1821
(Άγγελος Σικελιανός)

Τον αγώνα μας πρωτόφλεβα
καρδιά του Εικοσιένα,
για να σε χαιρετίσουνε
ορθό είναι σηκωμένοι

γυναίκες, γέροντες, παιδιά
κι εγώ στη σύναξή τους
για βιαστικό αντροκάλεσμα,
για σημερινό σημάδι.

Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου
στην πιο πλατιά του κοίτη
μ’ όσο αίμα χύθηκεν εχτές,
και, δες το, ξεχειλίζει

να μπει ποτάμι ακράτηγο
με τα ποτάμια τ’ άλλα
των Λαών που ορμάν στη λευτεριά
π’ ανοίγεται μπροστά τους

ανθρωποθάλασσα της ζωής,
σ’ εσέ, Δημοκρατία.

*

Ο θάνατος του κλέφτη
(Ιούλιος Τυπάλδος)

Έχετε γεια, ψηλά βουνά και κρυσταλλένιες βρύσες,
χαράματα με τις δροσιές, νύχτες με το φεγγάρι
και σεις, μαύρα κλεφτόπουλα, που στην Τουρκιά ετρομάξτε!
Αρρώστια δε με πλάκωσε και πηαίνω να πεθάνω,

κι αν πάρει βόλι το κορμί, πάλι, η ψυχή απομένει.
Μαύρο πουλάκι θα γενώ, μαύρο χελιδονάκι,
να ‘ρθω το γλυκοχάραμα να ιδώ που πολεμάτε,
και σα σχολάσει ο πόλεμος κι εβγεί τ’ αχνό φεγγάρι,

πάλι θε να ‘ρθω να σταθώ σ’ ένα κυπαρισσάκι
τα λίγα τα κλεφτόπουλα, που βρω στη γη να κλάψω,
 μέσα στης νύχτας την ερμιά, στον ύπνο που κοιμούνται,
Ν’ ακούσουν οι μανάδες τους να τα μοιρολογήσουν.

-Για ιδές η θύρα του Πασά, και πάψε το τραγούδι!
Έχετε γεια, ψηλά βουνά, τρεχούμενα ποτάμια.
Αδέλφια, να με θάψετε σε μια ψηλή ραχούλα,
ν’ ακούω τ’ αηδόνια που ‘ρχονται και φέρνουν τον Απρίλη.

*

Αι ευχαί (απόσπασμα)
(Ανδρέα Κάλβου)

Της θαλάσσης καλλίτερα
φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν

Στην στεριάν, στα νησία
καλλίτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

Καλλίτερα, καλλίτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες,

παρά προστάτας να ‘χωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
στα πεινασμένα τέκνα τους,
ενώ λάμπουν στα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

Όταν υπό τα σκήπτρα σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

Τα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ‘ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ’ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν…

*

25η Μαρτίου 1821
(Στέλιος Σπεράντσας)

Ακρίτα στης Ευρώπης τους πυλώνες
η Μοίρα σ’ έχει τάξει, Μάννα Ελλάδα,
τη λευτεριά να διαφεντεύεις στους αιώνες.
Χαρά σου, όταν Φειδίες με λαμπεράδα

στη γη σου πελεκούνε Παρθενώνες
κι Αισχύλοι ανάβουν θεία ανέσπερη λαμπάδα
Μα ο πόνος σου βαθύς, όταν βαραίνει
τυράννων μαύρη σκιά τ’ άγιο σου χώμα

και της ελπίδας τους ανθούς αργομαραίνει.
Κακό όμοιο εκράτει κάποτε -κι ακόμα
πιο ασήκωτο- την όψη σου θλιμμένη.
Κι ήταν πικρόχολο, που σώπαινε το στόμα

Μια αυγή όμως -της φυλής την αμαρτία
το πλήρωμα του χρόνου είχε ξεπλύνει-
το βλέμμα ρίχνοντας στην που έσβηνεν εστία,
Τινάχτεις, Κι ήταν Μάρτης, οι άσπροι κρίνοι

ευώδιαζαν. Τινάχτεις την αιτία
για να μετρήσεις του κακού, που φρένα λύνει
Κι ως στάθηκες ψηλά στο μετερίζι,
με ορμή, που ξεπερνούσε και του ανέμου,

το κοφτερό έσυρες σπαθί σου, που σπιθίζει.
Και φώναξες τρανά: «Καιρός πολέμου.
Με ανθούς του ονείρου η γη ξαναγεμίζει.
Ανάστα τώρα με την άνοιξη, λαέ μου».

*

Κωνσταντίνος Κανάρης
(Αλέξανδρος Πάλλης)

Όλη η βουλή των προεστών στο μώλο συναγμένη
είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι
και να μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στη μέση:

«Τίποτα, αρχόντοι, δε φελά, μονάχα το καράβι!»
Σα μ’ άκουσε ένα απ’ τα τρανά καλπάκια μας, ανάβει
και το φαρμάκι χύνει:
«Ποιός είναι αυτός, και πώς τον λέν, που συμβουλές μας δίνει;»

Να τα Ψαρά πως χάθηκαν. Κι εγώ φωτιά στο χέρι
πήρα, και πέρα τράβηξα κατά της Χιός τα μέρη,
κι είπα από κει -δε βάσταξα- με χείλια πικραμένα:
«Να πώς με λεν έμενα». 

*

Ελεύθεροι πολιορκημένοι (Διονύσιος Σολωμός)
(απόσπασμα από το Β’ σχεδίασμα)

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες της λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα.
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κ’ εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

(απόσπασμα από το Γ’ σχεδίασμα)

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,

που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Αθάνατή ‘σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».

Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά ‘π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

…………

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κηλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

*

Κανάρης
(Κώστας Καρυωτάκης)

Κάποιοι δαιμόνοι
τον είχαν στείλει.
Έγινε αχείλη
κόσμου που επόνει.

Ήρωες χρόνοι!
Και πως εμίλει
με το φιτίλι,
με το τρομπόνι!

Το πέρασμά του,
μήνυμα κρύο
μαύρου θανάτου.
Κι είχε το θείο
χέρι που φλόγα
κράταε κι ευλόγα. 

*

Στη νεολαία μας
(Κωστής Παλαμάς)

Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβύτικο κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!

*

Ευαγγελισμός-Ελληνισμός
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει… ακούονται ψαλμοί και μελωδία…
Πετάει έν’ άστρο… σταματά εμπρός εις τη Μαρία…
«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»

Επέρασαν χρόνοι πολλοί…
μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός…
στην έρμη της την κλίνη

λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.

Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν’ άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του…
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».

Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ’ η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της…

Κανείς δεν αποκρένεται…Βγαίνει πετά στα όρη…
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».

οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.

Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να ‘στε.

*

Ο Δήμος και το καριοφύλι του
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

Εγέρασα, μωρέ παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τωρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.

Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!

Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,

θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα να μου παίρνουν,
να πλέουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.

Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,

Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.
Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξει ο βράχος

θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει θα σβηστεί θα ρίξει τα φτερά του,
για να μη πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει

και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος
και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω

θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νά ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».

Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφύλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,

φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.
Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στο βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…

«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε.

*

Ο βράχος και το κύμα
(Βαλαωρίτης Αριστοτέλης)

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σούγλυφα και σούπλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου

τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.