Ένα καπέλο γεμάτο λουλούδια (2009)

marizaΤο 2009 ένα καπέλο γεμάτο λουλούδια και τραγούδια ήρθε στη δισκογραφία. Ήταν της Μαρίζας Κωχ. Παραδοσιακά και όχι μόνο τραγούδια, άψογα εκτελεσμένα, κατάλληλα για ψυχαγωγία αλλά και τη μύηση των παιδιών στην πλούσια ελληνική παραδοσιακή μουσική. Το «Μια εκδρομή με τη Μαρίζα» και το «Ένα περιβόλι γεμάτο τραγούδια» του 1978 αλλά και τα «Παιχνιδοτράγουδα» του 1980 ήταν αναμφίβολα τρεις σπουδαίοι δίσκοι.
Πρόκειται για τα γνωστά παιδικά τραγούδια («Μια ωραία πεταλούδα», «Η μικρή Ελένη» κτλ), παιγμένα και τραγουδισμένα με τον τρόπο της Μαρίζας, δηλαδή με το σωστό τρόπο!
Η Μαρίζα Κωχ κάνει το αυτονόητο που τόσοι ξέχασαν μετά από αυτήν: αφήνει τα παιδιά να τραγουδήσουν, να παίξουν, να πειραματιστούν, να κάνουν λάθη, να γελάσουν, να μάθουν.
Το σαντούρι, η φλογέρα και όλα τα υπόλοιπα παραδοσιακά όργανα απενοχοποιούνται, η παραδοσιακή μουσική το ίδιο, είναι ξεκάθαρο, μπορεί να απευθυνθεί σε παιδιά, μπορεί να τραγουδηθεί από παιδιά!
Εμείς αποδελτιώνουμε εδώ το «Ένα καπέλο γεμάτο λουλούδια» του 2009 και ειδικότερα όλα τα τραγούδια του δεύτερου cd της συλλογής όπου βρίσκονται σπάνια παραδοσιακά τραγούδια. Το πρώτο cd περιλαμβάνει τα γνωστά κλασικά τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν όλες οι τελευταίες γενιές παιδιών, οπότε περιοριζόμαστε στο πιο ξεχωριστό του, το «Πέρα στους πέρα κάμπους».

 

*** 

Πέρα στους πέρα κάμπους

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ

Πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές
είν’ ένα μοναστήρι που παν’ οι κοπελιές.
Πάω και ‘γω ο καημένος για να λειτουργηθώ
να κάνω το σταυρό μου σαν κάθε Χριστιανός.
Στο περιβόλι μπαίνω και βλέπω μια μηλιά
με μήλα φορτωμένη και πάνω κοπελιά.
Της λέω έλα κάτω να χτίσουμε φωλιά
μα εκείνη κόβει μήλα και με πετροβολά.
Ρωτώ ξαναρωτώ τη ‘πο που ‘σαι κοπελιά
από εδώ κοντά ‘μαι π’ αυτόν τον μαχαλά.
Μα έχω γέρον άντρα και δυο μικρά παιδιά
π’ ολημερίς με δέρνει έχει σκληρή καρδιά.
Βαρύ σταμνί μου δίνει κι ένα κοντό σχοινί
ν’ αργήσω να γεμίσω για να ‘βρει αφορμή.

*** 

ΔΕΥΤΕΡΟ CD

Πω πω πω σε αγαπώ

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Ένα καράβι άραξε
Τζικι τζίκι τζέλα τζίκι τζίκι τζο
Στου βασιλιά την πόρτα
Πω πω πω σε αγαπώ
Κι ο βασιλιάς δεν είναι εδώ.
Τζικι τζίκι τζέλα τζίκι τζίκι τζο
Παρά είναι τρεις κοπέλες
Πω πω πω σε αγαπώ
Η μια κεντάει τον ουρανό
Τζικι τζίκι τζέλα τζίκι τζίκι τζο
Κι η άλλη το φεγγάρι
Πω πω πω σε αγαπώ
Κι η τρίτη η μικρότερη
Τζικι τζίκι τζέλα τζίκι τζίκι τζο
Κεντάει το μαξιλάρι
Πω πω πω σε αγαπώ.
Να κοιμηθεί ο βασιλιάς
Τζικι τζίκι τζέλα τζίκι τζίκι τζο
Να του περάσει η ζάλη
Πω πω σε αγαπώ.

***  

Ο μπάρμπα Μαθιός

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Α, πα, πα καημός
α, πα, πα καημός
βρε έχασε τσ’ αρβύλες
ο μπάρμπα Μαθιός.

Αχ, θα σε ξυλοφορτώσω
που μ’ έκλεισες απ’ όξω
και μ’ έφαγε τ’ αγιάζι
κι εσένα δε σε νοιάζει.

Α, πα, πα
τι έπαθε ο Θοδωρής,
το καλαθάκι έχασε.

Αχ, θα σε ξυλοφορτώσω
που μ’ έκλεισες απ’ όξω
και μ’ έσπασε τ’ αγιάζι
κι εσένα δε σε νοιάζει.

Α, πα, πα.
Α, πα, πα
βρε σκέπασέ με Κατερινιώ
με τον παλιό αμπά.

Α, πα, πα καημός
α, πα, πα καημός
βρε έχασε τσ’ αρβύλες
ο μπάρμπα- Μαθιός.

*** 

Το προσφυγάκι

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Έλα καλή μου μάγισσα με το χρυσό ραβδάκι
Δείρε τη πόλη τρεις φορές να γίνει ποταμάκι
να κατεβάζει μάρμαρα να κατεβάζει τζάμια
και να τα σύρει στο γιαλό με τα άλλα τα ποτάμια.

Να καίγονται όλοι δυο φορές κι εγώ με ένα πανάκι
να μπαινοβγαίνω στη στεριά γιατί είμαι προσφυγάκι
να πω τραγούδι όμορφο με τα διπλά σουράδια
να ρθούνε να με πάρουνε του Πόντου τα καράβια.

*** 

Φρόσω Ρήνα

Στίχοι: Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Από την πόρτα σου περνώ, Φρόσω Ρήνα μου
Αι και την βρίσκω κλειδωμένα, Ρήνα Κουκουλαζούδα μου
αι και την βρίσκω κλειδωμένα, Ρήνα Παπαδημούδα μου
Κι από τον τοίχο ρίχτηκα Φρόσω Ρήνα μου
κι από τον τοίχο στο ανώι, Ρήνα Κουκουλαζούδα μου
κι από τον τοίχο στο ανώι, Ρήνα Παπαδημούδα

Κι από το ανώι στον οντά, Φρόσω Ρήνα μου
Άιντε τη βρίσκω κλειδωμένα, Ρήνα Παπαδημούδα μου
Άιντε τη βρίσκω κλειδωμένα, Ρήνα Κουκουλαζούδα μου
Σκύβω φιλώ την κλειδαριά Φρόσω Ρήνα μου
Αι και θαρρώ φιλώ εσένα Ρήνα Κουκουλαζούδα μου.
Αι και θαρρώ φιλώ εσένα Ρήνα Παπαδημούδα μου.

*** 

Να κάνουμε ένα σπίτι

Στίχοι: Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Ελάτε φίλοι και εχθροί
να δώσουμε τα χέρια
ν’ αγαπηθούμε απ’ την αρχή
και στην δουλειά να μπούμε
άλλος να φέρνει το νερό
κι άλλος να φέρνει χώμα
κι άλλος τη λάσπη τη γλυκιά
να κάμουμε ένα σπίτι.

Το σπίτι θα ‘ναι απ’ τα ψηλά
θα’ χει παράθυρα πολλά
θα’ χει μια σκάλα ως την κορφή
κι άλλη μια σκάλα πιο καλή
έτσι ριγμένη στην αυλή.

Ελάτε φίλοι και εχθροί
να δώσουμε τα χέρια
ν’ αγαπηθούμε απ’ την αρχή
και στην δουλειά να μπούμε
άλλος να φέρνει το νερό
κι άλλος να φέρνει χώμα
κι άλλος τη λάσπη τη γλυκιά
να κάμουμε ένα σπίτι.

Θα έχει κήπους με πουλιά
θα ‘χει αλεπούδες με βιολιά
χιλιάδες μέρμηγκες στη γη
κι απάνω σε ψηλό κλαδί
μια πέρδικα να κελαηδεί.

Ελάτε φίλοι και εχθροί
να δώσουμε τα χέρια
ν’ αγαπηθούμε απ’ την αρχή
και στην δουλειά να μπούμε
άλλος να φέρνει το νερό
κι άλλος να φέρνει χώμα
κι άλλος τη λάσπη τη γλυκιά
να κάμουμε ένα σπίτι.

*** 

Τρεις καλόγεροι

Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Τρεις  καλογέροι  κρητικοί  κι  οι  τρεις  απ’ τ’ Άγιον  Όρος,
καράβι(ν) αρματώσανε.
Καράβι(ν) αρματώσανε  στην Κύπρο για να  πάνε
κι  ο  ναύτης  τους  αρρώστησε.

Κι  ο  ναύτης  τους  αρρώστησε  στου  καραβιού  την  πλώρη,
δεν  έχει  μάνα  να  τον  κλαί(ει).
Δεν  έχει  μάνα  να  τον  κλαί(ει), κύρη  να  τον  λυπάται,
ούτ’ αδερφό, ουτ’ αδερφή.

Ούτ’ αδερφό, ούτ’ αδερφή να τον μοιρολογάνε,
τον  κλαίει  ο καπετάνιος του.
Τον  κλαίει  κι  ο  καπετάνιος  του  το νιο το παλικάρι
για σήκου πάνω ναύτη μας

Για σήκου πάνω ναύτη μας σήκω να κουμπασάρεις
πιάστε με για να σηκωθώ.
Πιάστε με για να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
και φέρτε μου τη χάρτα μου.

Και  φέρτε  μου  τη  χάρτα  μου, τον αργυρό κουμπάσο,
να  κουμπασάρω τον καιρό.
Να  κουμπασάρω  τον  καιρό  να  βγούμε  σε  λιμάνι,
να βγουν οι ναύτες για νερό.

Να  βγουν  οι  ναύτες  για  νερό  κι  οι  μάγειροι  για  ξύλα,
και  τα  μικρά  ναυτόπουλα.
Και  τα  μικρά  ναυτόπουλα  να  βγουν  να  σκάψουν  το μνήμα,
να μην  το  σκάψουνε  βαθύ.

Να μην  το  σκάψουνε  βαθύ, να ‘χει παραθυράκια
να μπαίνει ο ήλιος το πρωί.
Να μπαίνει ο ήλιος το πρωί, να φεύγουν τα φαρμάκια
να μπαίνει ο ήλιος το πρωί.

***  

Άρμενα

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ

Απ’ τη στεριά με παίρνουν στο γιαλό με ρίχνουν
Βάζω γιαλό γιαλό κλωστή πατήματα στο κύμα
Της θάλασσας το κύμα δεν κρατά σημάδια
Δεν κρατά σημάδια, μάνα, δεν κρατά σημάδια.

Άρμενα, άρμενα, άρμενα, άρμενα μου, δεν κρατά σημάδια.

Στα κάτεργα δεν κάνω, πίσω θα γυρίσω
Τρέχω γιαλό γιαλό κλωστή πατήματα στο κύμα.
Της θάλασσας το κύμα δεν κρατά σημάδια
Δεν κρατά σημάδια, μάνα, δεν κρατά σημάδια.

Άρμενα, άρμενα, άρμενα, άρμενα μου, δεν κρατά σημάδια.

*** 

Του παπά το γαϊδούρι

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Μία ράχη κι άλλη ράχη χόρευαν πέντε έξι Βλάχοι
Χόρευαν μπρε μπρε μπρε, χόρευαν πέντε έξι Βλάχοι.
Χόρευαν πέντε έξι λέγανε και το τραγούδι
Λέγανε μπρε μπρε μπρε και το τραγούδι.
Λέγανε και το τραγούδι να ψοφήσει το γαϊδούρι
Να ψοφή- μπρε μπρε μπρε, να ψοφήσει το γαϊδούρι.
Να ψοφήσει το γαϊδούρι του παπά το κελεπούρι
του παπά μπρε μπρε μπρε, του παπά το κελεπούρι.

Το κεφάλι για τσουκάλι για να βράζουν οι Βλαχ’ το γάλα
για να βρα μπρε μπρε μπρε για να βράζουν οι Βλαχ’ το γάλα.
Τα αυτιά του για ποτήρια για να πίνουν οι Βλάχ’ το γάλα
Για να πί- μπρε μπρε μπρε, για να πίνουν οι Βλάχοι το γάλα.
Τα ποδάρια για κρεβάτι να κοιμάται το βλαχάκι
να κοιμά μπρε μπρε μπρε, να κοιμάται το βλαχάκι.
Κι η ουρά του κομπολόι για να παίζουν οι διαβόλοι.
για να παί- μπρε μπρε μπρε για να παίζουν οι διαβόλοι.

***  

Πού πας αφέντη μέρμηγκα;

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Πού πας αφέ-, πού πας αφέντη μέρμηγκα
και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Έχω ‘να αμπέ-, έχω ‘να αμπέλι στο γιαλό
και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω
Λέλεμ του, λέλεμ του.

Έχω έν’ αμπέ-, έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό
πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Μα πρώτα πά-, μα πρώτα πάω απ’ το χωριό
να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του
θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι
να ‘μαι σα μεθυσμένος, να ‘μαι σα μεθυσμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Να με κοιτά-, να με κοιτάζουν τα πουλιά
να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Κι όποιου δεν κό-, κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά
να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του.

*** 

Η ρίμα του Αι Γιώργη

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη καβαλάρη
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό έπεσε στην χώρα μας σ’ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταΐζανε κάθε πρωί και βράδυ.

Μια μέρα δεν του πήγανε ανθρώπους να δειπνήσει,
σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας ρίξουμε τα μπουλεθιά κι ότινος θέλει ας πέσει,
να πάει το παιδάκι του του λιονταριού πεσκέσι.

Τα μπουλεθιά επέσανε σε μια βασιλοπούλα,
όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη και μοναχούλα.
Κι ο Βασιλιάς σαν το ’κουσε αυτό το λόγο είπε:
«Πάρτε μου το βασίλειο και το παιδί μου αφήστε».

Και ο λαός σαν το ‘κουσε λέει στο βασιλέα:
«Δε δίνεις το παιδάκι σου, σε παίρνουμε κι εσένα».
Κι όταν την επερνούσανε όλα τα όρη διούσαν
και τα πουλάκια στις φωλιές πικρά εκελαηδούσαν.

Ξένος αγνώριστος περνά, την κόρη χαιρετάει,
κι η κόρη τ’ αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξου ξένε μ’ από δω, τραβήξου παραπέρα,
γιατί θε να βγει το θεριό να φάει εσέ κι εμένα.

Τραβήξου ξένε μ’ και το νερό αφρίζει
κι ο δράκοντας τα δόντια του για μένα τ’ ακονίζει»
Γυρίζει ανατολικά και κάνει το σταυρό του
και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.

Για πες μου ξένε να χαρείς ποιο είναι τ’ όνομά σου
κι εγώ θα κάνω χάρισμα στην οικογένειά σου.
Γιώργη μου λένε το όνομα απ’ την Καππαδοκία,
σαν θες να κάνεις χάρισμα, χτίσε μιαν εκκλησία.

Βάλε ζερβά την Παναγιά, δεξιά έναν καβαλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.

*** 

Σαράντα μέρες πολεμώ

Παραδοσιακό, Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
να πάω στον Πνευματικό.

Πηγαίνω μια πηγαίνω δυο
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
δεν τον ευρίσκω μοναχό.

Πηγαίνω και μια Κυριακή
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
τον βρίσκω κι έτσουζε ρακή.

-Παπά μου ξαμολόγα με
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
τα κρίματα συχώρα με.

-Τα κρίματά σου είναι πολλά
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
αγάπη να μην κάνεις πια.

-Αν αρνηθείς εσύ παπά
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
τον άρτο και τη λειτουργιά.

τότε θε ν’ αρνηθώ κι εγώ
και σβαν και σβουν και βόι βόι βόι κι αμάν αμάν αμάν
τα δυο του μάτια π’ αγαπώ.

*** 

Γεια χαρά

Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ, Χορωδία

Χιλιάδες μπάλες φωτεινές απάνω απ’ την κορφή μου
Γυρίζουν περιστρέφονται και πνίγουν τη φωνή μου
Η μια μου ρίχνει χρώμα μπλε κι η άλλη ψάχνει ακόμα
κι εγώ σου στέλνω μήνυμα με τη ψυχή στο στόμα

Γεια χαρά ραντεβού στην Αθήνα
Φεύγω δε θα με βρεις
Γεια χαρά ραντεβού στην Αθήνα

Έλα εκεί να με βρεις.
Ετούτα όλα μοιάζουνε με κουρδισμένη πένα
που γράφει πράγματα τρελά στον πίνακα για μένα
μα δε με νοιάζει μια σταλιά κι ούτε ζητώ ελπίδα
εγώ πετάω το πρωί και πάω στην πατρίδα.

Όπου έχει τα χρυσά κλειδιά και μεγάλα χτένια
Ας φέρει βόλτες τέσσερις κι ας με ξεχάσει εμένα
μα δε με νοιάζει μια σταλιά κι ούτε ζητώ ελπίδα
εγώ πετάω το πρωί και πάω στην πατρίδα.